Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Περίληψη ομιλίας Θουκή Γεωργίου στην Ημερίδα της 5ης Μαίου 2012

 

Η ΕΥΡΩΠΗ ΠΡΟΣ ΤΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΟΙΝΟΥ-
ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΥΠΡΙΟ ΟΙΝΟΠΟΙΟ


Θουκής Γεωργίου
Λειτουργός Γεωργίας Α'
Τμήμα Γεωργίας
Κλάδος Αμπελουργίας-Οινολογίας


        Αν γυρίσουμε πίσω στη δεκαετία του 70, στην Ευρώπη, ο όρος βιολογικό κρασί ήταν συνδεδεμένος με ονειροπόλους αμπελουργούς με μακριά μαλλιά και ξεβαμμένα μπλουζάκια, που παρήγαγαν κρασιά περισσότερο για τα πιστεύω τους παρά για τη γεύση

        Αναγνώριζαν δε, ότι «παρήγαγαν κακό κρασί για μια ήσυχη συνείδηση»


        Ευτυχώς, σήμερα, αυτή η προσέγγιση είναι πλέον παρελθόν. Οι εμπλεκόμενοι παραγωγοί είναι στο έπακρο επαγγελματίες και όχι μόνο ονειροπόλοι και ρομαντικοί. Η βιολογική αμπελουργία και τα κρασιά της ωρίμασαν στη συνείδηση του ευρωπαίου τουλάχιστον καταναλωτή και είναι συνδεδεμένα με την ποιότητα


        Παρόλα αυτά, διαφάνηκε πολύ δύσκολο να διαμορφωθεί ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο για το βιολογικό οίνο εντός ΕΕ


        Τα χρόνια πέρασαν, και μόνο μετά από τα αποτελέσματα σχετικού ερευνητικού προγράμματος με τίτλο ORWINE, η ΕΕ κατέληξε ότι η παραγωγή και επεξεργασία του βιολογικού οίνου απαιτεί τη χρήση μόνο ορισμένων οινολογικών πρακτικών, προϊόντων και ουσιών, οι οποίες προνοούνται στον κανονισμό (ΕΚ) 606/2009 της Επιτροπής


        Η ορθολογική και έννομη χρήση αυτών των πρακτικών και ουσιών στη βιολογική οινοποιία πρέπει να είναι σύμφωνη με τις αρχές και τους στόχους της βιολογικής παραγωγής βάσει σαφώς καθορισμένων προϋποθέσεων


        Αυτές οι ειδικές προϋποθέσεις θεσπίστηκαν σε επίπεδο ΕΕ με το νέο κανονισμό (ΕΚ) 203/2012 [σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΚ) 834/2007 του Συμβουλίου για τη βιολογική παραγωγή], με τη δυναμική συμβολή των αρμόδιων Υπηρεσιών του Τμήματος Γεωργίας της χώρας μας


        Συνεπώς η παραγωγή βιολογικού οίνου, αποκλείει τη χρήση εξειδικευμένων οινολογικών πρακτικών και διεργασιών, οι οποίες ενδέχεται να είναι παραπλανητικές σε ό,τι αφορά τη πραγματική φύση των βιολογικών προϊόντων

        Το νέο νομικό πλαίσιο αποκλείει:

        τη χρήση γενετικά τροποποιημένων μικροοργανισμών και άλλων τροποποιημένων προϊόντων βιοτεχνολογίας

        τις τεχνικές μοριακού διαχωρισμού με μεμβράνες και επανασύστασης του οίνου (π.χ η μερική αφαίρεση αλκοόλης)


        χρήση ηλεκτροδιαπήδησης και κατιονανταλλακτών για τη διασφάλιση της σταθεροποίησης του οίνου από τα τρυγικά άλατα
       
        τη μερική συμπύκνωση του γλεύκους με ψύξη
        
        την αφαίρεση διοξειδίου του θείου με φυσική διεργασία

        Ωστόσο ορισμένες άλλες πρακτικές, οι οποίες ενδεχομένως να έχουν εξίσου κάποιες συνέπειες επί ορισμένων βασικών χαρακτηριστικών των βιολογικών προϊόντων, παραμένουν ακόμη διαθέσιμες στους παραγωγούς βιολογικού οίνου για μια περίοδο παρέκκλισης


        Εδώ βασική προϋπόθεση αποτελεί η περιορισμένη χρήση και η επαναξιολόγηση τους πριν από την 1η Αυγούστου 2015, με σκοπό τη σταδιακή κατάργηση ή τον περαιτέρω περιορισμό

Αυτές είναι:
        η θερμική επεξεργασία (θερμο-οινοποίηση)
        η μικρό-διήθηση
        η υπέρ-διήθηση
        η αντίστροφη όσμωση
        η χρήση ιονανταλλακτικών ρητινών


        Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις ολικές θειώδεις ενώσεις που εμπεριέχονται  στους βιολογικούς οίνους, καθορίζεται ότι η μέγιστη περιεκτικότητα πρέπει είναι μικρότερη από το επιτρεπόμενο επίπεδο για τους μη βιολογικούς οίνους

        Αυτές οι μέγιστες ποσότητες διοξειδίου του θείου στους βιολογικούς οίνους εξαρτώνται από τις διάφορες κατηγορίες οίνων με βάση την περιεκτικότητά τους σε υπολειμματικά σάκχαρα

        Για τους ερυθρούς οίνους με επίπεδο σακχάρων μικρότερο των 2g/l, η μέγιστη περιεκτικότητα σε διοξείδιο του θείου δεν υπερβαίνει τα 100mg/l


        Για τους λευκούς και τους ερυθρωπούς οίνους με επίπεδο σακχάρων μικρότερο των 2g/l, η μέγιστη περιεκτικότητα σε διοξείδιο του θείου δεν υπερβαίνει τα 150mg/l

        Για όλους τους άλλους οίνους, η μέγιστη περιεκτικότητα σε διοξείδιο του θείου η οποία καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) 606/2009, μειώνεται κατά 30mg/l


        Ωστόσο, λόγω ακραίων καιρικών συνθηκών σε ορισμένες περιοχές αμπελοκαλλιέργειας, και προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα σταθερό τελικό προϊόν για το έτος αυτό, ενδέχεται να είναι αναγκαία η χρήση συμπληρωματικών ποσοτήτων θειωδών ενώσεων στη παραγωγή βιολογικού οίνου

        Στην περίπτωση αυτή, επιτρέπεται η αύξηση της περιεκτικότητας των βιολογικών οίνων σε διοξείδιο του θείου στα ίδια επίπεδα με τη μέγιστη περιεκτικότητα των συμβατικών οίνων που καθορίζεται σύμφωνα με το παράρτημα IB του κανονισμού (ΕΚ) 606/2009



Περιεκτικότητα σε σάκχαρα / ολικά θειώδη
Ολικά θειώδη (mg/l) σε
Λευκό ή Ροζέ
μη οργανικό οίνο-
Καν. (ΕΚ) 606/09
Ολικά θειώδη (mg/l) σε
Λευκό ή Ροζέ
οργανικό οίνο- Καν. (ΕΚ) 203/12
Ολικά θειώδη (mg/l) σε Ερυθρό μη οργανικό οίνο- Καν. (ΕΚ) 606/09
Ολικά θειώδη (mg/l) σε Ερυθρό
οργανικό οίνο- Καν. (ΕΚ) 203/12
Οίνος με σάκχαρα
<5 g/l
200
Δεν υπάρχει πρόνοια
150
Δεν υπάρχει πρόνοια
Οίνος με σάκχαρα
<2 g/l
Δεν υπάρχει πρόνοια
150
Δεν υπάρχει πρόνοια
100
Οίνος με σάκχαρα
2-5 g/l
Δεν υπάρχει πρόνοια
170
Δεν υπάρχει πρόνοια
120
Οίνος με σάκχαρα
>5 g/l
250
220
200
170
Ειδικές κατηγορίες λευκών/ερυθρών
γλυκών οίνων:
  1. Κουμανδαρία-οίνος λικέρ
  2. Κουμανδαρία-οίνος από λιαστά σταφύλια
  3. Γλυκός οίνος από λιαστά ή υπερώριμα σταφύλια με
ΠΟΠ ή ΠΓΕ


200
300
300
170
270
270



























































        Ο οίνος είναι προϊόν με μεγάλο χρόνο διατήρησης και άρα ορισμένοι οίνοι αποθηκεύονται κατά παράδοση για πολλά έτη σε βαρέλια ή δεξαμενές πριν διατεθούν στην αγορά

        Ορισμένοι αποθηκευμένοι οίνοι οι οποίοι αποδεδειγμένα έχουν ήδη παραχθεί με διαδικασία οινοποίησης που είναι σύμφωνη με τους κανόνες παραγωγής βιολογικού οίνου, τότε δικαιούνται να φέρουν στην επισήμανση τον κοινοτικό λογότυπο βιολογικής παραγωγής

        Το γεγονός αυτό επιτρέπει τη δίκαιη σύγκριση και τον ορθό ανταγωνισμό μεταξύ βιολογικών οίνων που παράγονται πριν από και μετά την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού


        Στην αντίθετη περίπτωση, ο οίνος θα φέρει αποκλειστικά την επισήμανση «οίνος από βιολογικά σταφύλια», χωρίς τον βιολογικό λογότυπο της ΕΕ, υπό τον όρο ότι ο οίνος παράγεται νομότυπα

      
        Στην Κύπρο 60 οινοποιεία βρίσκονται διάσπαρτα σε μερικές από τις πιο όμορφες αγροτικές περιοχές του νησιού και ανήκουν στις ευρωπαϊκές κλιματικές ζώνες CIIIa και CIIIb

        Κάποια από αυτά τα οινοποιεία ήδη κατέχουν αμπελώνες ενταγμένους σε βιολογικό σύστημα παραγωγής ενώ άλλα βρίσκονται σε συνεργασία με βιοκαλλιεργητές-αμπελουργούς έχοντας την πρόθεση παραγωγής βιολογικού οίνου από το νέο αμπελουργικό έτος (1η Αυγούστου 2012)


        Γενικά, ένα οινοποιείο το οποίο θα εφαρμόζει πλήρως τον βιολογικό τρόπο διαχείρισης του οίνου, υπό προϋποθέσεις, δεν θα έχει περισσότερα προβλήματα από ότι ένα οινοποιείο που εφαρμόζει την καθιερωμένη, συμβατική στρατηγική


        Επιπρόσθετο κίνητρο για κάθε οινοποιό-αμπελουργό θα είναι επίσης και η αναμενόμενη ψηλότερη τιμή-παραγωγού που θα απολαμβάνει τόσο ο βιολογικός οίνος όσο και το βιολογικό σταφύλι σε μια τόσο εξεζητημένη αγορά



Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας
Για περισσότερες πληροφορίες
Τμήμα Γεωργίας
Κλάδος Αμπελουργίας-Οινολογίας
Τ.Θ 56051, 3304 Λεμεσός
Tel:  ++357 - 25306514, Fax:  ++357 - 25306532
       http://moa.gov.cy/da
         

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Περίληψη ομιλίας Μιχάλη Ομήρου στην Ημερίδα της 5ης Μαίου 2012



Λίπανση και Θρέψη στη Βιολογική Γεωργία



Mιχάλης Ομήρου

Λειτουργός Γεωργικών Ερευνών, Εργαστήριο Γεωργικής Μικροβιολογίας Ινστιτούτο Γεωργικών Ερευνών



Περίληψη

Η θρέψη των καλλιεργειών στο σύστημα της βιολογικής γεωργίας αποτελεί ένα από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες τόσο όσο αφορά στην παραγωγικότητα των εκμεταλλεύσεων  αλλά και σε ότι αφορά την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων. Στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι εχθροί των καλλιεργειών βρίσκονται υπό έλεγχο, τότε η κακή θρέψη και η μειωμένη γονιμότητα του εδάφους μπορεί να μειώσει και την απόδοση του συστήματος κατά 50%. Για το σκοπό αυτό η ΕΕ θέσπισε μέσω ενός πλαισίου τους κανόνες σχετικά με την λίπανση και θρέψη των φυτών στο σύστημα της βιολογικής γεωργίας. Έτσι όλοι οι παραγωγοί της κοινότητας είναι υποχρεωμένοι να ακολουθούν κατ’ ελάχιστο τους κανόνες και τις πρακτικές που αναφέρονται στους Καν. (ΕΚ) 834/2007 και 889/2008.

Η θρέψη των φυτών στο σύστημα της βιολογικής γεωργίας απαιτεί την κατανόηση βασικών λειτουργικών διεργασιών στο έδαφος σε ότι αφορά τα θρεπτικά στοιχεία και την ανακύκλωση τους. Παράλληλα, πρέπει να είναι γνωστές οι απαιτήσεις των καλλιεργειών σε θρεπτικά στοιχεία τόσο σε ποσότητα αλλά όσο και στο χρόνο για τον οποίο οι ανάγκες αυτές είναι μεγαλύτερες. Ο βιοκαλλιεργητής δεν έχει στη διάθεση του τα υδατοδιαλυτά λιπάσματα σε σύγκριση με τη συμβατική γεωργία ή άλλα συστήματα μειωμένων εισροών όπως είναι αυτό της ολοκληρωμένης διαχείρισης παραγωγής. Αντί αυτών ο βιοκαλλιεργητής καλείται να εφαρμόσει ένα σύστημα αμειψισποράς τέτοιο που να ευνοεί τη βελτίωση της γονιμότητας και την αύξηση της οργανικής ουσίας των εδαφών. Παράλληλα οι ανάγκες των φυτών αλλά και διατήρηση της αειφορίας του εδάφους θα πρέπει να διασφαλίζεται με την εφαρμογή της χλωρής λίπανσης, την προσθήκη κομποστοποιημένης κοπριάς αγροτικών ζώων ή φυτικών υπολειμμάτων καθώς επίσης και με εισροές σκευασμάτων ή υλικών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι του Καν. (ΕΚ) 889/2008. Στο εν λόγω παράρτημα υπάρχει η δυνατότητα χρήσης 33 διαφορετικών εισροών με τις οποίες επιτυγχάνεται η διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους και η ικανοποίηση των θρεπτικών αναγκών των καλλιεργειών.

Στην πράξη όμως ο βιοκαλλιεργητής πρέπει να ακολουθήσει μια συγκεκριμένη διαδικασία και στρατηγική για την ικανοποίηση των θρεπτικών αναγκών των καλλιεργειών του. Αρχικά πρέπει να αξιολογήσει την υφιστάμενη θρεπτική κατάσταση και λειτουργία του εδάφους το οποίο θα χρησιμοποιήσει καθώς επίσης και τις διαθέσιμες πηγές νερού (ποσότητα και ποιότητα). Ακολούθως πρέπει να αποφασίσει τι μπορεί να καλλιεργήσει. Συνήθως αυτή η ερώτηση λανθασμένα τίθεται πρώτη από τους παραγωγούς αφού το έδαφος και η διαθέσιμη ποσότητα και ποιότητα του νερού άρδευσης καθορίζει το είδος των φυτών που πρόκειται να καλλιεργηθούν. Το επόμενο στάδιο είναι ο σχεδιασμός ενός συστήματος αμειψισποράς εάν πρόκειται για ετήσιες καλλιέργειες ή την επιλογή των φυτών για χλωρή λίπανση εάν πρόκειται για πολυετείς καλλιέργειες. Το σχέδιο της αμειψισποράς πρέπει οπωσδήποτε να περιλαμβάνει φυτικά είδη τα οποία όταν ενσωματωθούν στο έδαφος, μπορεί να προσφέρουν στην επόμενη καλλιέργεια σημαντικές ποσότητες θρεπτικών στοιχείων και κυρίως αζώτου. Άλλοι παράμετροι οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία σχεδιασμού του συστήματος αμειψισποράς είναι το φυτικό είδος (οικογένεια), το βάθος του ριζικού συστήματος, συμβιωτική αζωτοδέσμευση, ευπάθεια σε ασθένειες ή εχθρούς. Με την κατάρτιση του συστήματος της αμειψισποράς ο βιοκαλλιεργητής αξιολογεί τις εισροές θρεπτικών στοιχείων που θα πρέπει να ενταχθούν στο σύστημα από κοπριές, κομπόστες ή και άλλα υλικά τα οποία επιτρέπονται από τον Κανονισμό. Η αξιολόγηση αυτή βασίζεται στο ρυθμό ανοργανοποίησης των θρεπτικών στοιχείων, καθώς επίσης και στη βιολογική δραστηριότητα του εδάφους. Εκτός από την ποσότητα των θρεπτικών στοιχείων που εισρέουν στο σύστημα η διατήρηση και η χρήση μικροοργανισμών είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική και αειφόρο διατήρηση της οργανικής ουσίας και της γονιμότητας των εδαφών. Εμβολιασμός των φυτών με τέτοιους μικροοργανισμούς (μυκόρριζες, αζωτοδεσμευτικά βακτήρια) βελτιώνει την αποδοτικότητα χρήσης των διαφόρων θρεπτικών στοιχείων ενώ ταυτόχρονα μεταβάλλει τη μικροβιακή κοινότητα και δραστηριότητα των εδαφών προς όφελος των καλλιεργειών.



Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα του Δρα Μιχάλη Ομήρου

Ο Μιχάλης Ομήρου είναι απόφοιτος του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του Τμήματος Γεωπονίας. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο ίδιο πανεπιστήμιο και απόκτησε το Διδακτορικό του από το Τμήμα Διαχείρισης Φυσικών Πόρων και Γεωργικής Μηχανικής, του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών στο εργαστήριο Γεωργικής Χημείας και Γονιμότητας εδαφών. Έχει πέραν των 20 δημοσιεύσεων σε διεθνή περιοδικά με κριτές και συνέδρια. Το 2004 προσλήφθηκε στο Τμήμα Γεωργίας και τοποθετήθηκε στον Κλάδο Οπωροκηπευτικών και ήταν ο αρμόδιος Λειτουργός για τα τεχνικά θέματα της βιολογικής γεωργίας. Από το 2010 ανήκει στο προσωπικό του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών και είναι ο επικεφαλής του Εργαστηρίου Γεωργικής Μικροβιολογίας, του Κλάδου Αγροβιοτεχνολογίας. Ανάμεσα στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι η αλληλεπίδραση μικροοργανισμών – φυτών σε συστήματα παραγωγής μειωμένων εισροών.